Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012



ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ ΑΝΕΜΟΣ

Φως του καλοκαιριού
μέσα στη θύμησή μου πλέει
σαν μουσική ανεπαίσθητη
με ταξιδεύει βαθιά μέσα στο χρόνο
όπου  ένας πεντοζάλης άνεμος
χορεύει ακόμα μες στ’ αλώνια
αναρριπίζοντας τα όνειρα
που κελαηδούν χαρούμενα, όσο ποτέ,
ανάμεσα στα θαλερά φυλλώματα του πρωινού
της καλοκαιρινής αιθρίας... 

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012


ΜΝΗΜΕΣ

Στον ήχο της βροχής 
ξεφυλλίζω  τις μνήμες των άστρων
ανάμεσα στις ρωγμές του χρόνου
κι αποστηθίζω τη σιωπή τους.

Δακρυσμένες εικόνες
με χείλη σφραγισμένα
απ’ την παντάνασσα σιωπή
με ταξιδεύουν
στο σκυθρωπό βασίλειό τους.
  
TO ΦΩΣ ΠΕΡΙΠΟΛΕΙ

Το Φως
στ' άγρια κύματα περιπολεί
για τους παραδαρμένους
ναυαγοσώστης έμπειρος ρίχνει σκοινί
άλλη φουρτούνα δεν θ' αντέξουμε
μπάζει πολλά νερά το σαπιοκάραβό μας
μαντίλια ομίχλης σφιχτοδένουνε τα μάτια μας
και ψηλαφώντας περπατάμε
καθώς να παίζαμε τυφλόμυγα
φάρου παράθυρο δεν διακρίνουμε
κανένα στον ορίζοντα
φωνές των γλάρων φιλικές
αναμαλλιάρες φοινικές
πολύ μας λείψατε
σας νοσταλγούμε
εικόνες άλλες δεν θα δούμε
- αχ αυτή η ομίχλη -
ελπίδα μας μοναδική το Φως
γιατί πού ξέρεις
ακόμη κι έτσι στα τυφλά
μπορεί ν' αρπάξουμε την άκρη του σκοινιού του συμπτωματικά
και να σωθούμε.

"Φως εκ Φωτός", 1994

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ακόμα συνεχίζουμε  τις καταδύσεις 
ψάχνοντας για κοράλλια.
Η θάλασσα
φουρτούνιασε και θόλωσε.
Το σκοτάδι
παραμονεύει πίσω από τα βράχια
για ν’ αρπάξει
και το στερνό κατάλοιπο της όρασης.
Καλοθρεμμένα ψάρια
ξεπροβάλλουν τα κεφάλια τους
απ’ τις κουφάλες του βυθού δειλά-δειλά
και μας κοιτάζουνε σαρκαστικά,
μ’ ακόμα συνεχίζουμε…

«Η τρίτη απόφαση», 1988

ΤΑΥΤΙΣΗ

Βλέπω με τα μάτια σου και ζω με την καρδιά σου...

"Στη μοναξιά του φεγγαριού", 2009

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012


ΛΥΧΝΑΦΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Φύλαξε την κάθε λέξη  μου
κι απομόνωσε την ηχώ της
για να ’ρχεται
σαν φως
σαν χρώμα
και σαν άρωμα
τη λυχναφή την ώρα
- την ώρα τη δικιά μας -
το τρυφερό της χάδι
να σου δίνει.

"Το βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ"- απόσπασμα

Κάθεται στο μπαλκόνι του σπιτιού του και κοιτάζει το τοπίο που απλώνεται μπροστά του. Μετά την επάνοδό του στην Ομφαλία, το γενέθλιό του χώρο, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, προσπαθεί να ξεδιαλύνει μια παράξενη γεύση μέσα του, που δημιουργήθηκε από τη μεγάλη επιθυμία του για επιστροφή και από τα όσα ανέμενε να βρει εδώ. Από μέρες τώρα προσπαθεί να ακροαστεί, να μπει στη συχνότητα από την οποία εκπέμπει ο γενέθλιός του χώρος. Μα τι τραγικό! Όλα σχεδόν του φαίνονται άγνωστα. Όλα σχεδόν του φαίνονται ξένα.
Εκεί, όπου άλλοτε στα παιδικά και τα πρώτα νεανικά του χρόνια ήταν χωράφια, δέντρα κάθε λογής και άγρια βλάστηση, έχουν τώρα ξεφυτρώσει τεράστιες μονοκατοικίες, πολυκατοικίες, πολυτελή ξενοδοχεία  και τουριστικά διαμερίσματα. Μάταια ψάχνει να βρει τις χαρουπιές και τις βελανιδιές, τις ροδοδάφνες, τις μερσινιές και τις αγριελιές, πλάι στις οποίες γεννήθηκε, περπάτησε, έπαιξε και μεγάλωσε. Αντί γι’ αυτές, βρίσκει στη θέση τους τσιμέντο στοιβαγμένο...
Ατενίζει κάτω τη θάλασσα κι ένας καημός αβάσταχτος τον κυριεύει για το γενέθλιό του χώρο που έφυγε και που, ναι, το νιώθει, φεύγει μέρα με τη μέρα. Οι άλλοτε γραφικές ακρογιαλιές έχουν αλλοιωθεί. Έχουν γεμίσει με σπίτια, ξενοδοχεία, εστιατόρια και άλλα τουριστικά καταλύματα. Τα αθάνατα, οι ανεμώνες, τα κυκλάμινα και τα άλλα αγριολούλουδα έχουν εξαφανιστεί. Έγιναν σχεδόν αγνώριστες. Εξακολουθούν, όμως, να διατηρούν τη μοναδική ομορφιά τους και από εκεί το ηλιοβασίλεμα εξακολουθεί ακόμα να αποτελεί υπέροχο θέαμα. Σίγουρα, δυσκολεύεσαι πολύ να τις αναγνωρίσεις με τη σημερινή μορφή τους, αλλά δεν έπαψαν  ποτέ να υποκλίνονται στο ηλιοβασίλεμα!
Τα μικρά και γραφικά παλιά σπίτια έχουν χαθεί και τη θέση τους πήραν άλλα πολυτελή σπίτια και απρόσωπες, ψυχρές πολυκατοικίες που έχουν κρύψει τον ορίζοντα με τον τεράστιο όγκο τους και έχουν συρρικνώσει τον ουρανό. Στέκονται εκεί μέρα – νύχτα, μέσα στον ήλιο και μέσα στη βροχή, σαν αρχαϊκά αγάλματα κούρων να ατενίζουν με το βλέμμα τους το ανέκφραστο το πουθενά.    
   «Πότε η Ομφαλία μου πήρε το σχήμα αυτού του άγνωστου πυκνοκατοικημένου χώρου; Πού πήγαν όλα εκείνα τα γραφικά αραιοχτισμένα σπιτάκια, με το περιβόλι του και το μαγκανοπήγαδό του το καθένα; Πού βούλιαξαν ανάμεσα σ’ αυτά τα νεόδμητα ψυχρά μέγαρα;», διερωτάται.
     Αραιά και πού, ασφυκτικά στριμωγμένα ανάμεσα στα τεράστια οικοδομήματα, βλέπει σπιτάκια με κήπο και κληματαριά στην αυλή, τα περισσότερα από τα οποία, όμως, είναι νοικιασμένα και κατοικούνται από αλλοδαπούς, που μετανάστεψαν εδώ από διάφορες φτωχές χώρες, για να βρουν την τύχη τους. Οι  πρώτοι ένοικοί τους έχουν αποδημήσει από καιρό και τα παιδιά τους ή οι κληρονόμοι τους, μέχρι να τα γκρεμίσουν για να χτίσουν στη θέση τους καινούρια, σύγχρονα σπίτια τα εκμεταλλεύονται νοικιάζοντας τα.
    Σε εκείνα τα φιλόξενα, γραφικά σπιτάκια, με κήπο και κληματαριά, κατοικούσαν κάποτε άνθρωποι γνήσιοι απόγονοι του Όμηρου, του Διόνυσου και του Χριστού. Άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι και χαμογελαστοί, άνθρωποι δοτικοί, πρόθυμοι ν’ ανοίξουν το σπίτι τους και την καρδιά τους στο συνάνθρωπό τους και να του προσφέρουν ό,τι χρειαζόταν. Σε αντιμετώπιζαν σαν να ’σουνα δικός τους, αδελφός τους. Συμπεριφέρονταν λες κι ο κόσμος όλος να ήταν το σπίτι τους, Τους κρατά όλους πολύ ζωντανά στη μνήμη του και κάθε φορά που περνά  έξω από τα πρώην σπίτια τους, από την πρώην γειτονιά τους, από τα πρώην χωράφια τους, που για να καρπίσουν τα πότιζαν με τον ιδρώτα του προσώπου τους, οι μορφές τους στέκονται σαν άγια εικονίσματα μπροστά του. Θυμάται τη φιλοξενία τους, τα αυθόρμητα γλέντια και διασκεδάσεις που έκαναν. Θυμάται ακόμα με πόση ευλάβεια γιόρταζαν τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές και με πόση περηφάνια τιμούσαν τις εθνικές επετείους. 

ΑΝ

Aν  τυχόν και χαθούν όλα τα ποιήματα του κόσμου
εσύ να μην ανησυχείς
έχω κρυμμένους στίχους
που προορίζονται μόνο για σένα…

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012


ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Μηνύµατα που  φτάνουν απ' τα µνήµατα
και τ' ασπρισµένα κόκαλα
των άφθαρτων νεκρών αγωνιστών
- αγνώστων και γνωστών -
τρυπούν τον ύπνο µου
σαν πύρινες ρομφαίες αρχαγγελικές
σφυρίζουνε στ' αυτιά µου σαν οχιές.

Μηνύµατα που φτάνουν απ' τις εκκλησιές
τις κουρσεµένες και βουβές
που κατάντησαν λεία των ληστών
και τόποι βιασµών
πικραίνουν το ψωµί µου
όπως πικραίνει το φαρµάκι το νερό
σαλεύουν το µυαλό µου
όπως σαλεύει το καράβι κύµα φοβερό.

Μηνύµατα µε ρουφηγµένα µάγουλα
από το πένθος το βαθύ
µηνύµατα µε µάτια κατακόκκινα
από το κλάµα το πολύ
µηνύµατα που με τα χέρια τους τα κοκαλιάρικα
γυρεύουνε βοήθεια
και µε ρωτούν επίµονα
για την κατάντια µας να δώσω μιαν εξήγηση,
ξεσκίζουν σαν καλάμια τη συνείδηση.

Μηνύµατα, µηνύµατα και μνήματα
µηνύµατα και µνήµατα
από δικά µας κρίµατα
που οληµερίς κι ολονυκτίς με βασανίζουνε
και τα φτερά του κάθε ονείρου μου τσακίζουνε
γι
α την αναισθησία µερικών
και τη µικροψυχία των πολλών,
με κάνουν να σκεπάζω
από ντροπή το πρόσωπο.


Μηνύµατα που χρόνια τώρα καρτερούν
την κλειδωµένη πόρτα της συνείδησης ν' ανοίξει
από θυµό τα δόντια τρίζουνε

απ' αηδία φτύνουνε
κι εμείς καθόλου δε νοιαζόµαστε
κι εμείς καθόλου δε σκεφτόµαστε

κι εµείς κοιµόµαστε κι ονειρευόµαστε
ονειρευόµαστε... ονειρευόµαστε...


Μηνύµατα που χρόνια µόνα ξαγρυπνούν
και τις χαµένες µας πατρίδες ασταµάτητα θρηνούν
µου φαίνεται πως βαρεθήκανε τις κούφιες υποσχέσεις µας
µου φαίνεται πως καταλάβανε τις διαθέσεις µας

γιατί µας βλέπουν που νοιαζόµαστε πολύ για τις ανέσεις µας
που τίποτα δεν κάνουµε για τις υποχρεώσεις µας

και µας αφήνουν ανενόχλητους.

Μηνύµατα, µηνύµατα και µνήµατα
µηνύµατα και µνήµατα

από δικά µας κρίµατα
µου συνταράζουν τα αισθήµατα…

«Μηνύματα», 1981

ΛΥΧΝΑΦΗΣ  ΩΡΑ

Όταν βραδιάζει κι έρχεται 
κατά που λεν οι ποιητές
η λυχναφής η ώρα
που η ψυχή ενδύεται
τον πιο επίσημο μανδύα της
το φως της παρουσίας Σου
φιλικό και αλληλέγγυο
ακόμη σεργιανά
βάφοντας με το γιασεμί του χρώμα
το σταχτόπανό μας  ουρανό...

Η  ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΜΟΥ

Έσύ
που εγκατοικείς στα όνειρά μου
κρατώντας όλο το βάρος
της μοναξιάς μου

ένα στάχυ
στ’ αλώνι της αστροφεγγιάς
που ξαγρυπνά στη  ριγηλή
αναλαμπή των άστρων

κι ένα κυπαρίσσι 
που ξεδιψά στο φως του ήλιου
κατοικημένο από πουλιά

είναι η μοναδική
ακίνητη και κινητή περιουσία μου.   

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012


ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ

Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να το γνωρίσουμε
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
το νοικοκυριό μας για να στήσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
με τους μπόγους και τις κατσαρόλες μας
τα κρεβάτια και τους στίχους μας.

Ένα σπίτι               
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να του μιλήσουμε
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
όπως θέλουμε να το στολίσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
με τις κάμαρες βουβές να μας κοιτάζουν
τις γωνιές του αδειανές να μας φωνάζουν.

Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να το γνωρίσουμε
μα προφτάνουμε μ' αγάπη κι όνειρα
όνειρα πολλά να το γεμίσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
δακρυσμένοι για το σπίτι που θ' αφήσουμε
και τις αναμνήσεις που θα μείνουνε...

«Η Τρίτη Απόφαση», 1988

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ

Το σπίτι σου
στην άκρη του δρόμου
με τη σοφία της θάλασσας στην κάθε πέτρα του
και τη γαλήνη του βουνού στα κεραμίδια του
κρατά με πείσμα τα παντζούρια του κλειστά
τις πόρτες κλειδαμπαρωμένες στον καιρό.
σε καρτερά.

Ο Διγενής Ακρίτας με το Χάροντα
στα μαρμαρένια αλώνια συναντήθηκαν
την πάλη τους να ξαναρχίσουν
και προσπαθεί  να κρατηθεί γερά
το σπίτι σου
στην πλάτη των προγόνων φορτωμένο
άτι λευκό που πιλαλά
καράβι π’ αρμενίζει
νερό να βρει να δροσιστεί
λιμάνι για ν’ αράξει
κελί κλειστό που καρτερά
τις πόρτες του και τα παντζούρια του
στον Ήλιο διάπλατα ν’ ανοίξει.

"Στη μοναξιά του φεγγαριού", 2009
 

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012


ΓΕΓΟΝΟΣ

0 γερο-Νικολής, που χρόνια,
σ' ασβεστοκάμινα και σε νταμάρια
αντάλλαζε τις μέρες της ζωής του
με πέτρες και χαλίκια
κατάφερε να στήσει το νοικοκυριό του
στη ράχη του βουνού - του Πενταδάκτυλου.

Τραβούσε μονορούφι τη ρακή του
και με το μέτωπο
- που πάνω του χαράχτηκαν
οι πέντε κόγχες του βουνού,
του Πενταδάκτυλου -
σημάδευε τον ουρανό
πολύ συγκινημένος.

Μ' αυτό δεν κράτησε πολύ
γιατί μια μέρα κάποιοι ξένοι
του πήραν με το ζόρι το νοικοκυριό
και δίχως να του δίνουν εξηγήσεις
τον σπρώχνανε, τον σπρώχνανε
μέχρι που τον πετάξανε σε βάραθρο.

Τώρα μετρά τις αναμνήσεις του
στο κομπολόι του χάντρα τη χάντρα
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
και καρτερά για να γενεί το θάμα...


Μα κάθε μέρα που κυλά
είναι στη μνήμη του μια μαχαιριά
γιατί τα κτίρια που κτίζονται
κι οι πολυκατοικίες
του κρύβουνε σιγά-σιγά τον Πενταδάκτυλο…

 «Η Τρίτη Απόφαση», 1988

(20 IOYNIOY  ΣΗΜΕΡΑ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ, ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ... ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ...)

ΤΟ ΕΦΤΑΧΡΩΜΟ ΖΩΝΑΡΙ

Το Φως
εφτάχρωμο ζωνάρι πλέκει στον αργαλειό του
η τελευταία νυχτερίδα ετοιμάζεται
χαράματα κι αυτή ν’ αποδημήσει
στα χέρια της η νύχτα
πόρπη χρυσή κρατά και καρτερά
να την περάσει στο εφτάχρωμο ζωνάρι
κι εφτά πουλιά σ’ εφτά κλαδιά
ξάγρυπνα κι εκείνα περιμένουν να το πάρουν
να τ' ανεβάσουν στους εφτά ουρανούς
να το κοιτάζουν οι φρουροί
εφτά φορές την εβδομάδα
φεγγάρια αβασίλευτα τα μάτια τους να μένουν.

"Φως εκ φωτός", 1994

ΑΠΑΤΗ

Τα σκουλαρίκια που τα τρύπια λόγια τους
με τόση δεξιοτεχνία πέρασαν
στα αυτιά της ανοχύρωτης ψυχής σου
δεν ήταν όπως φάνηκε χρυσά
αλλά κουρσέψανε το χρυσαφί
από τα χρώματα των ανυποψίαστων ηλιαχτίδων
την ώρα που το δειλινό
πλημμύρισε τα μεθυσμένα μάτια σου.


"Στη μοναξιά του φεγγαριού", 2009

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

ΚΟΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΑΥΑΓΙΑ


ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

                  (Στον πατέρα μου, που τόσο πάλεψε για μας)

Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που ξαγρυπνώ στη μοναξιά µου
κυνηγηµένος πάλι
από τη θλίψη µου για το φεγγάρι
που µάτωσε το πρόσωπο στα βάτα
αναλογίστηκα τα βάσανά σου
και σκέφτηκα πως δεν µπορεί.
κανένα πέλαγος να τα χωρέσει.

Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που βλέπω µπροστά µου ξεκάθαρα
τα παιδικά µου χρόνια
να µε κοιτάζουν δακρυσµένα
από τα παραθύρια τ' άπειρου
και να µου κάνουνε νοήµατα
µε µίσχους κυκλαµίνων
αναλογίστηκα τις πίκρες σου
και σκέφτηκα πως δεν µπορεί
καµιά στεριά να τις χωρέσει.

Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που τα άστρα µε κοιτάζουν προβληµατικά
γιατί παραξενεύτηκαν
απ' τα καµώµατα της µοίρας σου
αναλογίστηκα τις απολαύσεις σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά να τις χωρέσει δακτυλήθρα.

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
που στέρεψε του λυχναριού το λάδι
που νιώθω να με πνίγει το σκοτάδι
αναλογίστηκα την καλοσύνη σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
κανένας ουρανός να τη χωρέσει…

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
έρχομαι σαν πριν παιδί κοντά σου
κάθομαι στα κουρασμένα γόνατά σου
κι εσύ αρχίζεις να μου λες
τις ιστορίες τις παλιές…

"Η Τρίτη Απόφαση", 1988
που τα άστρα µε κοιτάζουν προβληµατικά
γιατί παραξενεύτηκαν
απ' τα καµώµατα της µοίρας σου
αναλογίστηκα τις απολαύσεις σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά να τις χωρέσει δακτυλήθρα.

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
που στέρεψε του λυχναριού το λάδι
που νιώθω να με πνίγει το σκοτάδι
αναλογίστηκα την καλοσύνη σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
κανένας ουρανός να τη χωρέσει…Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που τα άστρα µε κοιτάζουν προβληµατικά
γιατί παραξενεύτηκαν
απ' τα καµώµατα της µοίρας σου
αναλογίστηκα τις απολαύσεις σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά να τις χωρέσει δακτυλήθρα.

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
που στέρεψε του λυχναριού το λάδι
που νιώθω να με πνίγει το σκοτάδι
αναλογίστηκα την καλοσύνη σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
κανένας ουρανός να τη χωρέσει…

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
έρχομαι σαν πριν παιδί κοντά σου
κάθομαι στα κουρασμένα γόνατά σου
κι εσύ αρχίζεις να μου λες
τις ιστορίες τις παλιές…Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που τα άστρα µε κοιτάζουν προβληµατικά
γιατί παραξενεύτηκαν
απ' τα καµώµατα της µοίρας σου
αναλογίστηκα τις απολαύσεις σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά να τις χωρέσει δακτυλήθρα.

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
που στέρεψε του λυχναριού το λάδι
που νιώθω να με πνίγει το σκοτάδι
αναλογίστηκα την καλοσύνη σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
κανένας ουρανός να τη χωρέσει…

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
έρχομαι σαν πριν παιδί κοντά σου
κάθομαι στα κουρασμένα γόνατά σου
κι εσύ αρχίζεις να μου λες
τις ιστορίες τις παλιές…Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που τα άστρα µε κοιτάζουν προβληµατικά
γιατί παραξενεύτηκαν
απ' τα καµώµατα της µοίρας σου
αναλογίστηκα τις απολαύσεις σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά να τις χωρέσει δακτυλήθρα.

Απόψε, καλέ μου πατέρα,
που στέρεψε του λυχναριού το λάδι
που νιώθω να με πνίγει το σκοτάδι
αναλογίστηκα την καλοσύνη σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
κανένας ουρανός να τη χωρέσει…

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012



ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Το Φως
ηλιοβασίλεµα κινά για τ' ακρογιάλι
ανάµεσα στο κίτρινο ποτάµι των µαργαρίτων.
Σκυλί κατάµαυρο ξαφνιάζεται
και φοβισµένο τρέχει να κρυφτεί
µες στ' αγριόχορτα.
Μια γέρικη γελάδα
στον Κοκκινόκαµπο που βόσκεται
ξεχασµένη εκεί απ' τον παλιό καιρό
σηκώνει το κεφάλι της και το κοιτάζει αδιάφορη
µ' εκείνα τα µεγάλα, τα υγρά τα µάτια της
µασουλίζοντας αµέριµνη.

Ο Κκόλας, άντρας πρωτινός,
πλάι στον άλλοτε αγροτικό
µα τώρα πολυσύχναστο τουριστικό δρόµο
Κάτω Πάφου - Κόλπου Κοραλλίων
σταυροκοπιέται πριν επιχειρήσει να περάσει απέναντι.

Βρέθηκαν αργυρώνυτοι πολλοί, χωρίς συνείδηση,
που ξεπουλήσανε τη γη.
Φωνή λυπητερή, σαν χαµοπέρδικας κελάδηµα, .
ακούγεται µέσ’ απ' το κίτρινο ποτάµι των µαργαρίτων:
Από του Χλώρακα την πετρογή ξεφύτρωσα
την εποχή των επιχωµατώσεων και των µαγκανοπήγαδων
τότες που τα χωράφια µας αντί νερό για να καρπίσουν
ρούφαγαν στάλα-στάλα τον ιδρώτα των γονιών µας.
Περπάτησα ξυπόλυτος στον Μέλανο
τρυπήσαν τις γυµνές πατούσες µου τριβόλια
χόρτασα µ' ένα ξεροκόµµατο ψωµί
ξεδίψασα στο Καµαρούδι
σκαρφάλωσα στις τριµιθιές
κολύµπησα στο Δήµµα και στα Ροδαφίνια.

Από του Χλώρακα την πετρογή ξεφύτρωσα
πλάι στην τριµιθιά, τη χαρουπιά και τη βελανιδιά
πλάι στη ροδοδάφνη, τη µυρσινιά και την αγριελιά
που τώρα ψάχνω να τις βρω
µ' αντί γι' αυτές
βρίσκω στη θέση τους τσιµέντο στοιβαγμένο... »

Ηλιοβασίλεµα το Φως
µ' ένα στεφάνι µαργαρίτες στο κεφάλι
ξαπλώνει στο µενεξεδί χαλί των αθανάτων στ' ακρογιάλι
και δακρυσµένο συλλογίζεται τους αργυρώνυτους.

"Φως εκ Φωτός", 1994