Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

 
ΘΥΜΗΣΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ 1η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1955

Ξημερώματα της πρωταπριλιάς ξύπνησα, θυμάμαι, πρωί, αλλά δε σηκώθηκα από το κρεβάτι. Έμεινα εκεί ξαπλωμένος και σκεφτόμουν κανένα ψέμα για να πω στον αδελφό μου το Λευτέρη σαν θα ξυπνούσε. Σκέφτηκα πολλά ψέματα για να του πω. Τελικά, όμως, αποφάσισα να του πω πως οι Εγγλέζοι άφησαν ελεύθερους τους δεκατρείς του καϊκιού.
Στο μεταξύ, η μάνα είχε σηκωθεί. Ήταν έξω στ...
ην αυλή. Ετοίμαζε πλύση. Το κατάλαβα, γιατί ερχόταν στα ρουθούνια μου η μυρωδιά των καμένων σανιδιών που άναβε για να ζεστάνει το νερό, με το οποίο θα έπλενε τα ρούχα. Ούτε ο πατέρας ήταν στο κρεβάτι.
– Καλημέρα, μάνα, της φώναξα, σαν μπήκε μέσα στο σπίτι, για να πάρει το κοφίνι με τα άπλυτα.
– Καλημέρα, είπε, γυρίζοντας προς το μέρος μου το κεφάλι. Ξύπνησες κιόλας;
– Ναι, ξύπνησα, της είπα κι αμέσως πέρασε από το μυαλό μου, σαν αστραπή, η ιδέα να της πω κανένα ψέμα μια και το είχε η μέρα.
Την ώρα λοιπόν που σήκωσε το κοφίνι με τα άπλυτα, άρχισα να φωνάζω τάχα τρομαγμένος:
– Μάνα... Μάνα... Ένα φίδι... Μέσα από το κοφίνι βγαίνει ένα φίδι...
Η καημένη η μάνα πέταξε μακριά το κοφίνι κι άρχισε να τρέχει τρομαγμένη. Εγώ έβαλα τα γέλια. Έφτασε στην ξώπορτα και σταμάτησε. Γύρισε και με κοίταξε. Ήταν κίτρινη και έτρεμε από το φόβο της. Κάθισα στο κρεβάτι μου και γελούσα ακόμα. Η μάνα δε μίλησε. Κούνησε μονάχα το κεφάλι θυμωμένη και αγανακτισμένη. Κατάλαβε. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και έτρεξα κοντά της. Την αγκάλιασα από τη μέση. Γελούσα ακόμα.
– Φοβήθηκες πολύ, μάνα; Ένα ψεματάκι σου είπα μέρα που είναι σήμερα...
– Μου έκοψες τη χολή, παλιόπαιδο, μου είπε και κάθισε στην πολυθρόνα, τρέμοντας ακόμα και κατακίτρινη από το φόβο της.
Τη λυπήθηκα. Μετάνιωσα για το ψέμα που της είπα.
– Συγγνώμη, μάνα, δεν έπρεπε να το κάνω, της είπα και κάθισα στα γόνατά της.
– Καλά... Καλά, μου είπε με τρεμάμενη φωνή. Άλλη φορά όμως να προσέχεις τι λες. Όχι τέτοια ψέματα, γιατί μπορεί να προξενήσουν κακό, με συμβούλεψε.
Ακριβώς την ώρα εκείνη μπήκε ο πατέρας. Φαινόταν πολύ συγκινημένος και ταραγμένος.
– Μα τι συμβαίνει; Δεν πήγες στη δουλειά σου; Τον ρώτησε μ’ απορία η μάνα και με κατέβασε από τα γόνατά της.
Ο πατέρας κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί της.
– Όχι, της είπε. Δεν πήγα... Δηλαδή πήγα, αλλά έφυγα. Ήθελα να έρθω στο σπίτι. Για να σου πω το μεγάλο νέο. Aυτό που όλοι για χρόνια τώρα περιμέναμε... Άρχισε...
– Μα τι συμβαίνει, επιτέλους; Δεν καταλαβαίνω. Ποιο είναι αυτό το μεγάλο νέο; Tον διέκοψε η μάνα με αγωνία.
Εγώ στεκόμουν και παρακολουθούσα. Ο πατέρας συνέχισε:
– Από σήμερα, γυναίκα, αρχίζει ο ένοπλος αγώνας, για να διώξουμε τον Άγγλο κατακτητή, είπε ο πατέρας και το πρόσωπό του φωτίστηκε.
 – Δε σε πιστεύω... Είναι ψέματα... Το ξέρω... Σήμερα είναι πρωταπριλιά. Mου το θύμισε πριν από λίγο αυτός ο διαβολάκος, είπε με δυσπιστία η μάνα και με κοίταξε κουνώντας απειλητικά το κεφάλι.
– Γυναίκα, αλήθεια σου λέω. Γιατί δε με πιστεύεις; Από σήμερα αρχίζει ένοπλος αγώνας, για να διώξουμε τους Εγγλέζους από την Κύπρο μας. Από σήμερα αρχίζει τη δράση της η ΕΟΚΑ. Το είπε και το ραδιόφωνο στις πρωινές ειδήσεις. Ψες έγιναν εκρήξεις. Σκοτώθηκε και ένας δικός μας. Κάποιος Μόδεστος Παντελή από το Λιοπέτρι. Κάποιος άλλος, ο Γρηγόρης Αυξεντίου από τη Λύση, καταζητείται από τους Εγγλέζους... Να και το φυλλάδιο που μιλά για την έναρξη αυτού του αγώνα. Το υπογράφει ο ίδιος ο αρχηγός Διγενής, είπε ο πατέρας και έβγαλε ένα διπλωμένο άσπρο χαρτί από την τσέπη του παντελονιού του.
Το ξεδίπλωσε. Σηκώθηκε από τη θέση του. Το ίδιο και η μάνα.
– Να, διάβασε, της είπε και έβαλε μπροστά της το χαρτί.
 Η μάνα το πήρε και άρχισε να διαβάζει. Ο πατέρας την κοιτούσε συγκινημένος.
– Αλήθεια λες... Αρχίζει ο αγώνας για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού, είπε μετά από λίγο η μάνα και τα μάτια της βούρκωσαν.
– Ζήτω ο αγώνας της Κύπρου μας... Ζήτω η Ελευθερία... Ψέλλισε με ενθουσιασμό ο πατέρας και αγκάλιασε τη μάνα.
Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι για κάμποση ώρα. Τους άφησα εκεί και πήγα στο κρεβάτι μου. Ο Λευτέρης κοιμόταν ακόμα. Ξάπλωσα δίπλα του. Σκεφτόμουν αυτά που είπε ο πατέρας στη μάνα και θυμήθηκα τα λόγια που έλεγε ο πατέρας κοιτάζοντας τα χελιδόνια. «Τόσα πολλά χελιδόνια κάτι καλό θα μας φέρουν... Δε γίνεται... Γι’ αυτό πρέπει να ελπίζουμε...». Και να το καλό που ήρθε. Ήρθε με την Πρωταπριλιά...
Αυτά σκεφτόμουν και περίμενα τον αδελφό μου το Λευτέρη να ξυπνήσει. Τον περίμενα όχι για να του πω πια το ψέμα που είχα αποφασίσει προηγουμένως, αλλά για να του πω την πιο μεγάλη αλήθεια. Την πιο μεγάλη αλήθεια που έμοιαζε με το πιο μεγάλο ψέμα. Να του πω για την έναρξη του ένοπλου αγώνα της Κύπρου ενάντια στον Άγγλο κατακτητή...
 
(απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου για παιδιά και νέους "Σε κάθε μπαλκόνι κι ένα χελιδόνι", εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα", 2007) 

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013



ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΝΑ ΚΑΡΤΕΡΩ

Δέντρο βαθιά ριζωμένο
στον ανεμοδαρμένο βράχο μου
αιώνες τώρα
καρτερώ την άνοιξη.
Τα χρόνια
σαν διαβατάρικα πουλιά
με προσπερνούν
οι θίασοι αντικαθίστανται
αλλάζουνε τα σκηνικά
αλλά τ’ ανέβασμα επί σκηνής
του ίδιου έργου συνεχίζεται
μ’ εμένα πρωταγωνιστή
δέντρο βαθιά ριζωμένο
στον ανεμοδαρμένο βράχο μου
Την Άνοιξη να καρτερώ.


 

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013


 
ΝΤΡΟΠΗ! ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ  ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ. ΤΙ ΦΤΑΙΝΕ ΑΥΤΑ;

«Τι κρίμα! Όλα κινδυνεύουν να χαθούν!», μονολογώ κάθε τόσο, κουνώντας με θλίψη το κεφάλι... Παρά την ψυχική οδύνη, όμως, και τον ψυχικό κλονισμό που μου προκαλεί το αναπάντεχο κακό που βρήκε την χώρα μου, θα πρέπει να το εμπεδώσω ότι τώρα θα ζήσω σε τούτο το χώρο όσο και αν τον θεωρώ απόμακρο και ξένο. Έστω κι αν έχει καταντήσει τόσο καταθλιπτικός... Στο κάτω κάτω της γραφής κι εγώ έχω συμβάλει, όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι της γενιάς μου, από το πόστο του και με τον τρόπο του ο καθένας, άλλος λίγο άλλος πολύ, στη δημιουργία αυτής της κατάστασης.

«Καλά, εσύ μεγάλωσες πια... Έχεις σχεδόν φάει τα ψωμιά σου... Όπου να ’ναι θα κλείσεις για πάντα τα μάτια και δε θα βλέπεις. Τι σκοτίζεσαι;», μου λένε υπό μορφή μαύρου χιούμορ οι φίλοι μου, σαν τύχει και κουβεντιάσουμε το θέμα.

 «Μα δεν είναι αυτό το θέμα.», τους απαντώ, παρακάμπτοντας το χιούμορ. «Το θέμα δεν είναι προσωπικό. Είναι θέμα που αφορά όλους μας, μα πιο πολύ τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Τι κόσμο θα τους παραδώσουμε;»

 "Η ισεπέδωση των πάντων σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια και η σύγχυση στον υπέρτατο βαθμό…», σκέφτομαι και στεναχωριέμαι αφάνταστα που οι πλείστοι από τους συνανθρώπους μου ζούσαν σε άγνοια, σε άγνοια και σύγχυση και ότι θα έπρεπε κάποιοι άλλοι, εννοώντας όλους αυτούς που θέλουν να τους αποκαλούν οι υπόλοιποι «πνευματικούς ανθρώπους», όπως είναι οι λογοτέχνες, οι μουσικοί, οι ζωγράφοι, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι ακαδημαϊκοί, οι πολιτικοί και οι εκκλησιαστικοί ηγέτες και όλοι τέλος πάντων οι διανοούμενοι, να τους βοηθήσουν. Να τους μάθουν να ξεχωρίζουν την πραγματική γνώση από την προπαγάνδα, με την οποία καθημερινά τους βομβάρδιζαν και εξακολουθούν να τους βομβαρδίζουν οι επιτήδειοι κερδοσκόποι και καιροσκόποι, για να τους έχουν υποχείριους. Αν δεν ανασυρθούν οι άνθρωποι του πνεύματος από την αυτοαπομόνωση όπου τους έχει ρίξει το σαθρό σύστημα και να τους αξιοποιήσει παράλληλα με τους τεχνοκράτες, τότε πολύ φοβάμαι ότι οδεύουμε ολοταχώς σε ναυάγιο.

«Μη μετατοπίζετε τους ποιητές, γιατί θα ποντιστούμε...», έγραψα σ’ ένα μου ποίημα, κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο με όλα αυτά που πιστεύω. Η ευχή μου και η προσευχή μου, όμως, ανεξάρτητα από τι πιστεύωι, είναι όλα να πάνε καλά και οι άνθρωποι σιγά σιγά να επανέλθουν σε συνθήκες ζωής, όπως αυτές καθορίζονται από την ανθρώπινή τους φύση και όχι όπως τις καθορίζουν οι επιτήδειοι κερδοσκόποι και καιροσκόποι, για να τους υποδουλώσουν.

Βέβαια δεν βγάζω τον εαυτό του έξω από αυτή την προσπάθεια. Θέλω κι εγώ να βοηθήσω Πάντοτε στόχος μου, μέσα από το έργο μου, ήταν να μάθω τους ανθρώπους να μιλούνε τη γλώσσα των πουλιών και των λουλουδιών. Το ίδιο, είμαι βέβαιος, έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν και όλοι οι άλλοι που έχουν τις ίδιες ανησυχίες. Προσπάθησαν και εξακολουθούν να προσπαθούν, στα πλαίσια των ελάχιστων ευκαιριών που τους δίνονται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, να αναδείξουν και να αναβαθμίσουν την πνευματική και ψυχική διάσταση του ανθρώπου. Προσπαθούν να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους να κατανοήσουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ύλη αλλά και πνεύμα, και, επομένως, χρειάζεται όχι μόνο υλική αλλά και πνευματική τροφή. Χρειάζεται γνήσια πνευματική τροφή και όχι μεταλλαγμένη, όπως αυτή που κυριολεκτικά και μεταφορικά τους προσφέρεται σήμερα, η οποία θα τους βοηθήσει να συμπληρώσουν το μεγάλο κενό που οι πλείστοι νιώθουν μέσα τους. Θα τους βοηθήσει να ενισχυθούν οι αντοχές τους. Οι προσπάθειές τους, όμως, πνίγονταν και εξακολουθούν, δυστυχώς, να πνίγονται μέσα στα σκουπίδια που εκσφενδονίζονται και χάνονται ανάμεσα στους ρύπους που εκπέμπονται από παντού.

«Σκουπίδια, σκουπίδια παντού και ρύποι», μονολογώ συχνά... Είμαι αποφασισμένος, όμως, να μη σταματήσω τις προσπάθειές μου για να βοηθήσω τους συνανθρώπους μου, γιατί δεν θέλω να ξανακούσωι από τα παιδιά της επόμενης γενιάς το βασανιστικό, το εύλογο και όλο παράπονο ερώτημα των παιδιών της δικής μου γενιάς: «Τι φταίμε εμείς;» Τους το χρωστάμε...

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013


ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ

Οι στίχοι
που δεν πρόλαβες να γράψεις
ανέγγιχτοι απ’ την αγχόνη
έγιναν ουράνιο τόξο...

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013


ΑΝΑΣΣΑ ΧΑΡΑ ΜΟΥ

Αειφόρα μου Άνοιξη
άρρητη κι απόρρητη
άνασσα χαρά μου
αμάραντη ευφορία
η αγάπη σου
στον καροτσέρη χτύπο
της καρδιάς μου.