Παρασκευή 31 Μαΐου 2013


 
ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ ΑΝΕΜΟΣ

Φως του καλοκαιριού
μέσα στη θύμησή μου πλέει
σαν μουσική ανεπαίσθητη
με ταξιδεύει βαθιά μέσα στο χρόνο
όπου  ένας πεντοζάλης άνεμος
χορεύει ακόμα μες στ’ αλώνια
αναρριπίζοντας τα όνειρα
που κελαηδούν στα θαλερά φυλλώματα
του πρωινού της γαλανής αιθρίας. 

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

 


ΕΠΑΝΟΔΟΣ (απόσπασμα)

... Μα τώρα που το σκέφτοµαι καλύτερα
τώρα που το µυαλό µου ξεκαθάρισε
και πλάθει κι αναπλάθει τη µορφή του
όλο µου φαίνεται και πιο γνωστή, γι' αυτό σηκώνοµαι
παίρνω τη φωτογραφοθήκη µου και ψάχνω
κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες µία - µία
µ' αδυνατώ µ' ακρίβεια να καθορίσω
αν είναι του παππού ή του προπάππου µου που µοιάζει
ο πρώτος εκ των Μυκηναίων
που κατοικήσανε στην Κύπρο
τη Β΄ χιλιετηρίδα π.Χ.
αν είναι του πατέρα ή του αδελφού µου
ή πάλιν - γιατί όχι -
αν µοιάζει ακόµα και σε µένα ...

Αδυνατώ να καθορίσω και ψάχνω µε τις ώρες
µα δεν τα καταφέρνω γιατί βρίσκω
πως µ' όλους έχει κάποια φυσιογνωµία και µένω έτσι µε την
απορία και µε τα λόγια του να βασανίζοµαι:
«Εσένα θέλω αποστείλει, Ποιητή, στους εν δουλεία
απογόνους µου
για να τους απαλλάξεις απ' αυτή και να τους οδηγήσει;
πάλιν πίσω στην Αχαιών Ακτή».

Αφήνω κατά µέρος τις φωτογραφίες και συλλογίζοµαι ...
Φέρνω στη σκέψη µου την Ακανθού
τα δάση των βουνοπλαγιών της
τις δαντέλες των ακρογιαλιών της
και τα τρεχούµενα νερά της.
Φέρνω στη σκέψη µου τους Αχαιούς
τ' αγκυροβόληµα των καραβιών τους στ’ Αφροδίσιον
την πιο ψηλή βουνοκορφή της λατρείας τους
και τα ερείπια του µεγαλείου τους.
Κατόπι σκέφτοµαι τους εν δουλεία
που θάψαν την οργή και την οδύνη τους στην έρηµο
που κρύψανε τον ήλιο µε ψηλά οικοδοµήµατα
και ζουν υπό σκιάν
οργίζοµαι, µα πάλιν ηµερεύω, γιατί στο νου µου φέρνω
όλους τους άλλους εν δουλεία τους αγνούς κι αθώους.
«Στο κάτω - κάτω της γραφής αυτοί σε τίποτα δε φταίξανε,
γιατί να µην µπορούν να δουν την Ακανθού;
Γιατί να ζούνε στη δουλεία;»
Μονολογώ κι ορθώνω το κορµί µου
κτυπώ το πόδι µου στη γη κι αρχίζω να χορεύω την πυρρίχη
µαζί µε τις ηρωικές µορφές των κάδρων
που κοσµούν το σπίτι µου και µου θυµίζουν
όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Φυλής.

Μετά το ρίχνω στους διθύραµβους
µέχρι που παίρνω τη µεγάλη απόφαση
να πειθαρχήσω δίχως καθυστέρηση
στα λόγια του προγόνου µου,
του πρώτου εκ των Μυκηναίων που κατοικήσανε την Κύπρο
τη Β΄ χιλιετηρίδα προ Χριστού...

(Κύπρος, 1992)

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ...


ΞΕΠΡΟΒΑΛΕΣ

Μέσα στα μεταξωτά πέπλα του σεληνόφωτος
ξεπρόβαλες μεσάνυχτα
πάνω στα κρίνα του κυμάτου
με τα μαλλιά να στάζουν θάλασσα
και το φεγγάρι ζήλεψε το φέγγος σου.

 
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΑΖΕΙ ΔΑΚΡΥ

Το φεγγάρι
στάζει δάκρυ
φαρμακώνει τις βραδιές.

 
ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ

Απόλυτη σιωπή και το φεγγάρι
σου στέλνει χαιρετίσματα
με τη βραχνή φωνή του γκιόνη
απόμακρη κιθάρας μουσική
που σπαρταρά στο φύλλωμα της λεύκας
σαν ψάρι μες στο δίχτυ
αργοπεθαίνοντας.


ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Διαμαντόπετρα
στη βέρα του έρωτα
η πανσέληνος.


ΤΑΦΗ

Η μάχη τέλειωσε το σούρουπο.
Η νύχτα τύλιξε σιγά-σιγά τα σκόρπια μέλη των νεκρών
Με το τσουρουφλισμένο κρέπι της
Το κόκκινο φεγγάρι δακρυσμένο και λυσίκομο
Τους έδωσε γονατιστό τον τελευταίο ασπασμό
Και μια μπουλντόζα έπειτα βιαστικά
Τους έθαψε σε μνήματα ομαδικά, χωρίς τα σχετικά,
Με συνοδεία τη θρηνητική φωνή του γκιόνη...

Οι μάνες όμως καρτερούν γονατιστές
 Στα σκαλοπάτια της ελπίδας
 Και μένουν οι νεκροί χωρίς μνημόσυνα
 Χωρίς νερό και λάδι...
 

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

 
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο ποιητής
δεν είναι τεχνίτης
σ’ εργαστήρι απομονωμένος
αλλά ελεύθερος περιβολάρης
να φυτεύει άνθη, δέντρα και φυτά
σε περιβόλια και βραγιές
ντυμένος με τα όνειρα όλου του κόσμου...  

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013


                         


ΛΕΝΕ

Λένε πως από παιδί
σ’ ερημικές ακρογιαλιές
μαζεύει κρυφά
βότσαλο βότσαλο τις λέξεις
τους βάζει πότε φτερά
πότε πανιά
και φτιάχνει στίχους
που πετά μετά στη θάλασσα
με την ελπίδα κάποιοι κάποτε
να τους ανακαλύψουν
να τους περάσουν για  ποιήματα
και να τον πούνε ποιητή
- όχι "ποιητή -
γιατί τον "ποιητή"
όπως διαδίδεται
τον φτιάχνουν τα κατεστημένα.


Παρασκευή 3 Μαΐου 2013


 
ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Φέτος θα κάνω το πασχαλινό τραπέζι
στους γονείς μου και στ’ αδέλφια μου
εκεί στο πέτρινο αλώνι όπου μεγαλώσαμε
δίπλα στη θάλασσα
κι ανέμιζαν τα όνειρά μας άνεμοι πεντοζάληδες.

Θα στολίσω το τραπέζι με πασχαλινές λαμπάδες
όλων των χρωμάτων και των αποχρώσεων
όπως αρμόζει σε μια γιορτή τόσο μεγάλη
θα γιομίσω τα βάζα όλα
με πολύχρωμα λουλούδια της εποχής
θ’ ανοίξω διάπλατα στον ήλιο
τις πόρτες και τα παραθύρια τ’ αλωνιού
και θα προσφέρω μόνο φαγητά
που θα’ χουν γεύση σιταριού
και κόκκινο κρασί μ’ άρωμα θάλασσας.

Πολύ χαίρομαι που θα δω και πάλι τους γονείς μου
ντυμένους με το γιορτινό χαμόγελό τους
και τ’ αδέλφια μου
με τα κορίτσια να φορούν τα κλαδωτά φουστάνια τους
και τ’ αγόρια το χακί κοντό παντελονάκι
μ’ άσπρο λινό πουκάμισο
από το παιδικό τους Πάσχα.

Μετά το φαγητό
μαζί με τις ευχές μου για «Καλή Ανάσταση»
έχω μεριμνήσει να χαρίσω σ’ όλους από ένα δώρο
που να ταιριάζει στον καθένα.
 
Στον πατέρα μου θα χαρίσω ένα μπαούλο
από ξύλο βελανιδιάς
με σκαλισμένη πάνω την άγια του μορφή
που έχω ήδη παραγγείλει
στον συνάδελφό του Ιωσήφ τον ξυλουργό
από τη Ναζαρέτ,
αφού πρώτα το γεμίσω με τα πολύτιμα όνειρά του
που δεν πρόλαβε να ζήσει γιατί μας έφυγε νωρίς. 

Στη μάνα μου θα χαρίσω δυο κατάλευκα φτερά
όμοια μ’ εκείνα των αγγέλων
καθάρια και μεγάλα σαν τα χέρια της
τα οποία έχω ήδη παραγγείλει
στα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.

Στ’ αδέλφια μου έχω μια έκπληξη μεγάλη.
Παράγγειλα στη μάνα μας κρυφά
να ζυμώσει ψωμιά σταρένια, όπως παλιά
και στον πατέρα να σκαλίσει σε ξύλο περιστέρια
με τα φτερά ορθάνοιχτα.
Θα τους χαρίσω από ένα ψωμί κι ένα περιστέρι.