Σάββατο 19 Ιουλίου 2014




ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΩΡΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ», ΕΚΔΟΣΗΣ 1975, ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟ 1974

 ΘΑΝΑΤΟΣ

 Ο χάρος έφτασε τον Αλωνάρη μήνα
Και σκόρπισε σαδιστικά το θάνατο
Στο ραγισμένο σπίτι της χαράς μας.

Ο ήλιος κρύφτηκε στη στάχτη
Κι η μέρα έμεινε χωρίς ψωμί
Γιατί ο λίβας τρύγησε νωρίς τα μεστωμένα στάχυα.

Ο χρόνος τώρα σεριανίζει σε ναυάγια
Τη μαυροφόρα σκέψη μας

Η νύχτα ξαγρυπνά και κλαίει
Τους γκρεμισμένους μόχθους μας.


ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΕΚΕΙΝΟΥ

 
Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Κρεμάσανε τα εκμαγεία τους ανάποδα
Στα γκρεμισμένα σπίτια της πατρίδας
Αφήσανε τη στάχτη κατακάθι στην ψυχή
Σαλέψανε τα καπνισμένα μάρμαρα του ήλιου.
Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Σκορπίσανε τις χρυσαφιές κλωστές του αργαλειού
Στον Αλωνάρη άνεμο
Κουρσέψανε σαδιστικά τα πλούσια κελάρια
Σκοτώσανε αναίσχυντα τα καρπερά μελίσσια.
Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
Στα πρωινά μελτέμια
Κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
Και φίλεψαν το χάροντα με πλούσιο τραπέζι.
 

ΤΑΦΗ

Η μάχη τέλειωσε το σούρουπο.
Η νύχτα τύλιξε σιγά-σιγά τα σκόρπια μέλη των νεκρών

Με το τσουρουφλισμένο κρέπι της
Το κόκκινο φεγγάρι δακρυσμένο και λυσικομο
Τους έδωσε γονατιστό τον τελευταίο ασπασμό
Και μια μπουλντόζα έπειτα βιαστικά
Τους έθαψε σε μνήματα ομαδικά, χωρίς τα σχετικά,
Με συνοδεία τη θρηνητική φωνή του γκιόνη...

Οι μάνες όμως καρτερούν γονατιστές
Στα σκαλοπάτια της ελπίδας
Και μένουν οι νεκροί χωρίς μνημόσυνα
Χωρίς νερό και λάδι...
 
ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ

 
Αραχνιασμένα τα κενά χιτώνια
Στα καπνισμένα μάρμαρα
Της Σαλαμίνας και των Σόλων ξεχασμένα
Κοκκίνησαν τ' αγουροξυπνημένα μάτια μας
Και μοιρολόγια αντηχούνε τώρα στο σκοτάδι
Σαν χορικά αρχαίας τραγωδίας
Βγαλμένα από κάποια στόματα αόρατα...
 
 
 

 

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014


 
ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ

απομεινάρια πέτρινου φράκτη
στο κέντρο το ερημοκλήσι
όψη ατάραχη
 ατενίζει τα χρόνια

μέσα το φως λιγοστό
κεριά σβησμένα
σήμαντρο βουβό
κάτι ξεθωριασμένες τοιχογραφίες
με πρόσωπα τόσο οικεία
που θα μπορούσε να ήμουν εγώ
εσύ, ο καθένας μας
συνυπάρχουν στην αποξένωση

διαχρονικός του επισκέπτης ο άνεμος
που μπαινοβγαίνει
απ’ τις ραγισματιές της πόρτας
να καθαρίσει τη σκόνη
απ’ τις άγιες μορφές

σκύβω ευλαβικά και τότε σκόνη
σκόνη, πολλή σκόνη
στροβιλίζεται από πάνω μου

πολύ θα το 'θελα να ήμουν άνεμος
γιατί ο άνεμος
ταιριάζει πολύ στα ερημοκλήσια.